Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El espejo retrovisor
[gender: masculine]
01
οπίσθιος καθρέφτης, καθρέφτης οπισθοβολής
un espejo dentro del coche que permite ver lo que hay detrás
Παραδείγματα
La luz del sol se reflejaba en el espejo retrovisor.
Το φως του ήλιου αντανακλούνταν στον οπισθοσκόπιο καθρέφτη.



























