Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hombre
01
άνδρας
persona adulta que es varón
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hombres
Παραδείγματα
El hombre trabaja en la oficina.
Ο άνδρας εργάζεται στο γραφείο.
02
άνθρωπος, άτομο του ανθρώπινου είδους
ser humano, individuo de la especie humana
Παραδείγματα
El hombre ha creado muchas cosas maravillosas.
Ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει πολλά υπέροχα πράγματα.
hombre
01
Έλα !, Ανθρωπε !
palabra que se usa para llamar la atención o expresar sorpresa o molestia
Παραδείγματα
¡Hombre, no te preocupes tanto!
Hombre, μην ανησυχείς τόσο πολύ !
02
Έλα !
palabra para expresar sorpresa o incredulidad ante algo
Παραδείγματα
—Voy a correr un maratón mañana. —¡Hombre! ¿ En serio?
—Θα τρέξω μαραθώνιο αύριο. —Hombre! Σοβαρά;
03
Φυσικά!
oalabra para afirmar o confirmar algo con énfasis
Παραδείγματα
¿Vienes a la fiesta? — ¡Hombre, claro que sí!
Έρχεσαι στο πάρτι; —Hombre, φυσικά!



























