la suegra
sueg
ˈsweɣ
svegh
ra
ɾa
ra
suegro

Ορισμός και σημασία του "suegra"στα ισπανικά

01

πεθερά, μητέρα του συζύγου

madre del cónyuge 
la suegra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
suegras
αρσενικό ενικό
suegro
θηλυκό ενικό
suegra
neutral form
suegre
Παραδείγματα
Mi suegra cocina muy bien. 

Η πεθερά μου μαγειρεύει πολύ καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store