la hija
hi
ˈi
i
ja
xa
kha
valijasortijatorrijaclavija

Ορισμός και σημασία του "hija"στα ισπανικά

01

κόρη

persona de sexo femenino que ha nacido de una madre y un padre 
la hija definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hijas
αρσενικό ενικό
hijo
θηλυκό ενικό
hija
neutral form
descendiente
Παραδείγματα
Mi hija tiene cinco años. 

Η κόρη μου είναι πέντε ετών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store