Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La hora
01
ώρα, ώρα
unidad de tiempo que dura 60 minutos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
horas
Παραδείγματα
La película dura dos horas.
Η ταινία διαρκεί δύο ώρες.
02
ώρα
momento específico del día o del tiempo
Παραδείγματα
¿A qué hora sale el tren?
Τι ώρα φεύγει το τρένο ;
03
ραντεβού
momento acordado para un encuentro o reunión
Παραδείγματα
Tengo una hora con el doctor a las tres.
Έχω μία ώρα με τον γιατρό στις τρεις.
04
κατάλληλη στιγμή, κατάλληλη ώρα
momento justo o adecuado para hacer algo
Παραδείγματα
Ya es hora de irse a casa.
Ήρθε ήδη η ώρα να πάμε σπίτι.
05
μάθημα, σχολική ώρα
periodo de tiempo que dura una clase o actividad escolar
Παραδείγματα
La primera hora empieza a las ocho de la mañana.
Η πρώτη ώρα ξεκινά στις οκτώ το πρωί.



























