Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hotel
[gender: masculine]
01
ξενοδοχείο
lugar donde la gente puede dormir y comer pagando
Παραδείγματα
Comemos en el restaurante del hotel.
Τρώμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ξενοδοχείο