Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pollo asado
[gender: masculine]
01
ψητό κοτόπουλο, κοτόπουλο στη σχάρα
pollo cocinado en el horno o a la parrilla
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pollos asados
Παραδείγματα
Mi hijo quiere comer pollo asado con papas.
Ο γιος μου θέλει να φάει ψητό κοτόπουλο με πατάτες.



























