el whisky
whis
ˈwis
vis
ky
ki
ki

Ορισμός και σημασία του "whisky"στα ισπανικά

01

ουίσκι

bebida alcohólica hecha de cereales y envejecida 
el whisky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
whiskys
Παραδείγματα
Prefiero el whisky solo, sin hielo. 

Προτιμώ το ουίσκι καθαρό, χωρίς πάγο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store