el apio
ap
ˈap
απ
io
jo
γο

Ορισμός και σημασία του "apio"στα ισπανικά

01

σέλινο

una verdura de tallos largos, crujientes y jugosos, de color verde claro 
el apio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
apios
Παραδείγματα
El apio es un ingrediente clave en un caldo de verduras. 

Το σέλινο είναι ένα βασικό συστατικό σε ένα ζωμό λαχανικών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store