el guisante
gui
gi
γκι
san
ˈsan
σαν
te
te
τε
cantanteayudantebastantefirmante

Ορισμός και σημασία του "guisante"στα ισπανικά

01

μπιζέλι, πράσινο μπιζέλι

una semilla pequeña, redonda y verde que crece dentro de una vaina 
el guisante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guisantes
Παραδείγματα
El guisante es una legumbre muy versátil en la cocina. 

Το μπιζέλι είναι ένα πολύ ευέλικτο όσπριο στην κουζίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store