la salchicha
salchicha
salʧiʧa
salchicha
ficha

Ορισμός και σημασία του "salchicha"στα ισπανικά

01

λουκάνικο

embutido alargado hecho con carne picada y condimentos 
la salchicha definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salchichas
Παραδείγματα
A los niños les encantan las salchichas con puré. 

Τα παιδιά λατρεύουν τα λουκάνικα με πουρέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store