Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vecino
01
γείτονας, γειτόνισσα
persona que vive cerca de otra en la misma comunidad o edificio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vecinos
αρσενικό ενικό
vecino
θηλυκό ενικό
vecina
neutral form
residente
Παραδείγματα
El vecino es muy amable.
Ο γείτονας είναι πολύ ευγενικός.
vecino
01
γειτονικός
que está situado cerca o al lado de otro lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vecino
αρσενικό πληθυντικό
vecinos
θηλυκό ενικό
vecina
θηλυκό πληθυντικό
vecinas
θεματικό πεδίο
geografía, ubicación, relaciones
Παραδείγματα
Los países vecinos firmaron un acuerdo comercial.
Οι γειτονικές χώρες υπέγραψαν εμπορική συμφωνία.
LanGeek



























