el vecino
ve
be
be
ci
ˈθi
thi
no
no
no
molinotocinopepinoandino

Ορισμός και σημασία του "vecino"στα ισπανικά

01

γείτονας, γειτόνισσα

persona que vive cerca de otra en la misma comunidad o edificio 
el vecino definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vecinos
Παραδείγματα
El vecino es muy amable. 

Ο γείτονας είναι πολύ ευγενικός.

01

γειτονικός

que está situado cerca o al lado de otro lugar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vecino
αρσενικό πληθυντικό
vecinos
θηλυκό ενικό
vecina
θηλυκό πληθυντικό
vecinas
Παραδείγματα
Los países vecinos firmaron un acuerdo comercial. 

Οι γειτονικές χώρες υπέγραψαν εμπορική συμφωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store