Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El calendario
01
ημερολόγιο, ετήσιο
sistema que organiza los días, semanas y meses del año
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
calendarios
Παραδείγματα
Marqué la fecha en el calendario.
Σημείωσα την ημερομηνία στο ημερολόγιο.



























