la toalla
toa
ˈtoa
toa
lla
ʎa
lia
talla

Ορισμός και σημασία του "toalla"στα ισπανικά

01

πετσέτα, χειρόμακτρο

tela que se usa para secarse el cuerpo o las manos 
la toalla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
toallas
Παραδείγματα
La toalla está en el baño. 

Η πετσέτα είναι στο μπάνιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store