la lámpara
lám
ˈlam
lam
pa
pa
pa
ra
ɾa
ra

Ορισμός και σημασία του "lámpara"στα ισπανικά

01

λάμπα

objeto que da luz 
la lámpara definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lámparas
Παραδείγματα
La lámpara está sobre la mesa. 

Η λάμπα είναι στο τραπέζι.

02

λαμπτήρας, λάμπα

dispositivo que produce luz eléctrica para iluminar un espacio 
la lámpara definition and meaning
Παραδείγματα
Cambié la lámpara del salón porque se fundió. 

Άλλαξα τη λάμπα του καθιστικού γιατί έκαιγε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store