la cama
ca
ˈka
κα
ma
ma
μα
campa

Ορισμός και σημασία του "cama"στα ισπανικά

01

κρεβάτι

mueble donde se duerme o descansa una persona 
la cama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
camas
Παραδείγματα
Me gusta leer en la cama antes de dormir. 

Μου αρέσει να διαβάζω στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store