borracho
bo
bo
bo
rra
ˈra
ra
cho
ʧo
cho
pistachogazpachodespachocacho

Ορισμός και σημασία του "borracho"στα ισπανικά

01

μεθυσμένος, μπουκωμένος

que está bajo los efectos del alcohol, con las capacidades alteradas 
borracho definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más borracho
συγκριτικός βαθμός
más borracho
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
borracho
αρσενικό πληθυντικό
borrachos
θηλυκό ενικό
borracha
θηλυκό πληθυντικό
borrachas
Παραδείγματα
No podía caminar derecho porque estaba borracho. 

Δεν μπορούσε να περπατήσει ευθεία γιατί ήταν μεθυσμένος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store