Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
borracho
01
μεθυσμένος, μπουκωμένος
que está bajo los efectos del alcohol, con las capacidades alteradas
Παραδείγματα
Estar borracho en público puede ser motivo de multa.
Το να είσαι μεθυσμένος σε δημόσιο χώρο μπορεί να είναι λόγος για πρόστιμο.



























