Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
claro
01
ανοιχτός, λαμπερός
que tiene un color suave o luminoso, no oscuro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más claro
συγκριτικός βαθμός
más claro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
claro
αρσενικό πληθυντικό
claros
θηλυκό ενικό
clara
θηλυκό πληθυντικό
claras
Παραδείγματα
Me gusta el azul claro para las paredes.
Μου αρέσει το ανοιχτό μπλε για τους τοίχους.
02
σαφής
que se entiende fácilmente o no genera dudas
Παραδείγματα
La señal es clara y fácil de seguir.
Το σήμα είναι σαφές και εύκολο να ακολουθηθεί.
03
σαφής
que se puede ver a través de él o se percibe con facilidad
Παραδείγματα
El agua del río es muy clara.
Το νερό του ποταμού είναι πολύ καθαρό.
04
φωτεινός, λαμπρός
que tiene mucho color, luz o luminosidad
Παραδείγματα
El día estaba claro y soleado.
Η μέρα ήταν καθαρή και ηλιόλουστη.



























