Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triste
01
λυπημένος
que siente o muestra tristeza o pena
Παραδείγματα
La noticia triste afectó a toda la comunidad.
Η θλιβερή είδηση επηρέασε ολόκληρη την κοινότητα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λυπημένος