el músculo
mús
ˈmus
moos
cu
ku
koo
lo
lo
lo

Ορισμός και σημασία του "músculo"στα ισπανικά

01

μυς

tejido del cuerpo que permite el movimiento al contraerse y relajarse 
el músculo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
músculos
Παραδείγματα
El corazón es un músculo muy fuerte. 

Η καρδιά είναι ένας πολύ δυνατός μυς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store