Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hoyuelo
01
λακκάκι, μικρό λακκάκι στο μάγουλο
una pequeña hendidura o depresión en la mejilla o la barbilla que se hace visible al sonreír
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hoyuelos
Παραδείγματα
El hoyuelo en su mejilla aparece cuando se ríe.
Η λακκούβα στο μάγουλό της εμφανίζεται όταν γελάει.



























