la boca
bo
ˈbo
μπο
ca
ka
κα
brocabocha

Ορισμός και σημασία του "boca"στα ισπανικά

01

στόμα

abertura en la cara que sirve para hablar, comer y respirar 
la boca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bocas
Παραδείγματα
Abre la boca, por favor. 

Άνοιξε το στόμα, σε παρακαλώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store