el pez
Pronunciation
/pˈeθ/

Ορισμός και σημασία του "pez"στα ισπανικά

01

ψάρι

animal que vive en el agua, tiene escamas y respira por branquias
el pez definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
peces
Παραδείγματα
Pescar un pez grande es difícil.
Το ψάρεμα ενός μεγάλου ψαριού είναι δύσκολο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store