el abejorro
a
a
a
be
βe
be
jo
ˈxo
kho
rro
ro
ro
ahorromorrozorrogorro

Ορισμός και σημασία του "abejorro"στα ισπανικά

01

βόμβος

un insecto grande, peludo y ruidoso que vuela de flor en flor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abejorros
Παραδείγματα
El abejorro zumbaba fuertemente mientras volaba. 

Ο βομβίνος βούιζε δυνατά ενώ πετούσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store