el búho
Pronunciation
/bˈuo/

Ορισμός και σημασία του "búho"στα ισπανικά

El búho
[gender: masculine]
01

κουκουβάγια

ave nocturna de ojos grandes y redondos que emite un sonido característico
el búho definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
búhos
Παραδείγματα
El búho extendió sus grandes alas.
Η κουκουβάγια άπλωσε τα μεγάλα της φτερά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store