Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El caballo
[gender: masculine]
01
άλογο, ίππος
animal grande, domesticado, que sirve para montar, trabajar o correr
Παραδείγματα
El caballo bebe agua del río.
Το άλογο πίνει νερό από το ποτάμι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άλογο, ίππος