el caballo
ca
ka
ka
ba
ˈβa
ba
llo
ʎo
lio
callocabello

Ορισμός και σημασία του "caballo"στα ισπανικά

01

άλογο, ίππος

animal grande, domesticado, que sirve para montar, trabajar o correr 
el caballo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
caballos
Παραδείγματα
El caballo corre rápido en el campo. 

Το άλογο τρέχει γρήγορα στο χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store