Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arctic wolf
01
αρκτική λύκος, άσπρος λύκος
a subspecies of the gray wolf adapted to survive in the harsh Arctic regions of North America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Arctic wolves
LanGeek



























