Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inter alia
01
μεταξύ άλλων, ειδικότερα
used to indicate that something is part of a larger group or list, but not the only item mentioned
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The contract covers, inter alia, payment terms and delivery schedules.
Η σύμβαση καλύπτει, inter alia, τους όρους πληρωμής και τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης.



























