Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in effect
01
σε ισχύ, πραγματικά
used to indicate that a rule or law is being operated
γραμματικές πληροφορίες
in effect
01
σε ισχύ, αποτελεσματικός
exerting force or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in effect
συγκριτικός βαθμός
more in effect
διαβαθμίσιμο



























