in effect
in
ɪn
ιν
e
ɪ
ι
ffect
ˈfɛkt
φεκτ
/ɪn ɪfˈɛkt/

Ορισμός και σημασία του "in effect"στα αγγλικά

01

σε ισχύ, πραγματικά

used to indicate that a rule or law is being operated
γραμματικές πληροφορίες
01

σε ισχύ, αποτελεσματικός

exerting force or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in effect
συγκριτικός βαθμός
more in effect
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store