house cat
house
haʊs
haws
cat
kæt
kāt
houseboathousecoat

Ορισμός και σημασία του "house cat"στα αγγλικά

01

κατοικίδια γάτα, σπιτική γάτα

a domesticated feline that lives indoors with their owners as a companion pet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
house cats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store