Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High jump
01
άλμα εις ύψος, άλμα εις ύψος (άθλημα)
a sport in which participants jump without using any equipment over a horizontal bar that is placed at different heights
02
άλμα εις ύψος, άλμα επί κοντώ
the act of jumping as high as possible over a horizontal bar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























