hard drug
hard
hɑ:d
haad
drug
drʌg
drag

Ορισμός και σημασία του "hard drug"στα αγγλικά

01

σκληρό ναρκωτικό, ισχυρό ναρκωτικό

a powerful, addictive, and illegal drug that some people take for pleasure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hard drugs
Παραδείγματα
The police arrested him for using a hard drug. 

Η αστυνομία τον συνέλαβε για τη χρήση σκληρού ναρκωτικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store