Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hard drive
01
σκληρός δίσκος, σκληρό δίσκο
a device used for storing and retrieving digital information, which uses rapidly rotating disks to read and write data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hard drives
Παραδείγματα
I saved the document to my hard drive.
Αποθήκευσα το έγγραφο στον σκληρό δίσκο μου.



























