Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang out
01
βαστώ, περνάω τον χρόνο
to spend much time in a specific place or with someone particular
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs out
ενεστώτα μετοχή
hanging out
απλός αόριστος
hung out
παθητική μετοχή
hung out
Παραδείγματα
We're going to hang out at the park this afternoon.
Θα περάσουμε την ώρα μας στο πάρκο σήμερα το απόγευμα.
02
κρέμομαι, προεξέχω
to stick out or extend loosely in a drooping manner
Intransitive
Παραδείγματα
The banner was hanging out in front of the building.
Το πανό κρεμόταν μπροστά από το κτίριο.
03
κρεμάω, στήνω
to attach washed items to a line or surface to dry in the open air
Transitive: to hang out washed laundry
Παραδείγματα
The workers hung out the uniforms after washing them in the industrial laundry.
Οι εργαζόμενοι κρέμασαν τις στολές μετά το πλύσιμο στη βιομηχανική πλυντήριο.



























