Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Graft
01
διαφθορά, δωροδοκία
a morally or legally wrong act, usually bribery, done to gain an advantage or support
Παραδείγματα
The anti-corruption task force was established to combat graft and bring corrupt officials to justice.
Η ομάδα εργασίας κατά της διαφθοράς δημιουργήθηκε για να καταπολεμήσει τη δωροδοκία και να φέρει τους διεφθαρμένους αξιωματούχους ενώπιον της δικαιοσύνης.
02
εμβολιασμός, ενσφήκωση
the act of grafting something onto something else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grafts
03
μόσχευμα, μεταμόσχευση
a surgical procedure by which a doctor replaces a missing or damaged tissue or bone with a healthy substitute
04
σκληρή δουλειά, έντονη προσπάθεια
hard work or effort
Dialect
British
slang
Παραδείγματα
She enjoys the graft of running her own business.
Απολαμβάνει τη σκληρή δουλειά της διαχείρισης της δικής της επιχείρησης.
to graft
01
εμβολιάζω, μεταφυτεύω
to cut and join a piece of a living plant to another plant so that it can continue growing from there
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
graft
γ΄ ενικό πρόσωπο
grafts
ενεστώτα μετοχή
grafting
απλός αόριστος
grafted
παθητική μετοχή
grafted
02
εμφυτεύω, μεταμοσχεύω
to surgically implant a piece of skin, bone, etc. to a damaged or diseased one
Λεξικό Δέντρο
autograft
graft



























