Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give off
01
εκπέμπω, αποδίδω
to release substances, energy, or elements into the surrounding environment
Transitive: to give off a wave or smell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give off
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives off
ενεστώτα μετοχή
giving off
απλός αόριστος
gave off
παθητική μετοχή
given off
Παραδείγματα
The candles give off a warm and comforting glow.
Τα κεριά εκπέμπουν μια ζεστή και ανακουφιστική λάμψη.
02
εκπέμπω, αποδίδω
to project a particular impression or feeling
Transitive: to give off a impression or feeling
Παραδείγματα
Her smile gives off warmth and friendliness.
Το χαμόγελό της εκπέμπει ζεστασιά και φιλικότητα.
03
εκπέμπω, παράγω
to produce or grow new branches
Transitive: to give off new branches
Παραδείγματα
The tree gave off new branches in the spring.
Το δέντρο έβγαλε νέα κλαδιά την άνοιξη.



























