Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garbage collector
01
απορριμματοφόρος, φορτηγό σκουπιδιών
a person or vehicle responsible for collecting and removing garbage or waste from residential, commercial, or industrial areas
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garbage collectors
Παραδείγματα
The garbage collector came by early to empty the bins.
Ο σακατζής πέρασε νωρίς για να αδειάσει τους κάδους.



























