Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to follow through
01
ολοκληρώνω με επιτυχία, ακολουθώ μέχρι το τέλος
pursue to a conclusion or bring to a successful issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
follow
ενεστώτας
follow through
γ΄ ενικό πρόσωπο
follows through
ενεστώτα μετοχή
following through
απλός αόριστος
followed through
παθητική μετοχή
followed through
02
συνοδεύω, ολοκληρώνω την κίνηση
carry a stroke to natural completion after hitting or releasing a ball



























