Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fixture
01
σταθερός εξοπλισμός, σταθερή εγκατάσταση
a piece of equipment such as a bath that is permanently affixed inside a house or building and people cannot take it out when they move out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fixtures
Παραδείγματα
The bathroom’s new sink is a fixture that won't be removed when we move.
Ο νέος νιπτήρας του μπάνιου είναι ένα σταθερό στοιχείο που δεν θα αφαιρεθεί όταν μετακομίσουμε.
02
επισκευή, αποκατάσταση
the act of putting something in working order again
03
στήριξη, στερέωση
the quality of being fixed in place as by some firm attachment
04
τακτικός πελάτης, μόνιμος πελάτης
a regular patron



























