fig out
fig
fɪg
φιγκ
out
aʊt
αουτ
/fˈɪɡ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "fig out"στα αγγλικά

to fig out
01

στολίζομαι, ντύνομαι κομψά

put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
to fig out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fig
ενεστώτας
fig out
γ΄ ενικό πρόσωπο
figs out
ενεστώτα μετοχή
figging out
απλός αόριστος
figged out
παθητική μετοχή
figged out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store