Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feel like
01
νιώθω σαν, έχω όρεξη για
to have a want for a thing or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
like
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel like
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels like
ενεστώτα μετοχή
feeling like
απλός αόριστος
felt like
παθητική μετοχή
felt like
Παραδείγματα
On weekends, I often feel like trying out new recipes in the kitchen.
Τα Σαββατοκύριακα, συχνά νιώθω ότι θέλω να δοκιμάσω νέες συνταγές στην κουζίνα.



























