to feel like
feel
fi:l
fil
like
laɪk
laik

Ορισμός και σημασία του "feel like"στα αγγλικά

to feel like
01

νιώθω σαν, έχω όρεξη για

to have a want for a thing or action 
to feel like definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
like
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel like
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels like
ενεστώτα μετοχή
feeling like
απλός αόριστος
felt like
παθητική μετοχή
felt like
Παραδείγματα
I feel like going for a walk in the park this afternoon to enjoy the nice weather. 

Έχω διάθεση να πάω για περίπατο στο πάρκο αυτό το απόγευμα για να απολαύσω τον ωραίο καιρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store