to feel like
Pronunciation
/fˈiːl lˈaɪk/

Ορισμός και σημασία του "feel like"στα αγγλικά

to feel like
01

νιώθω σαν, έχω όρεξη για

to have a want for a thing or action
to feel like definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
like
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel like
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels like
ενεστώτα μετοχή
feeling like
απλός αόριστος
felt like
παθητική μετοχή
felt like
Παραδείγματα
On weekends, I often feel like trying out new recipes in the kitchen.
Τα Σαββατοκύριακα, συχνά νιώθω ότι θέλω να δοκιμάσω νέες συνταγές στην κουζίνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store