fecund
fe
ˈfe
fe
cund
kənd
kēnd

Ορισμός και σημασία του "fecund"στα αγγλικά

01

γόνιμος, παραγωγικός

highly fertile or productive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fecund
συγκριτικός βαθμός
more fecund
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fecund soil of the river valley consistently produced bountiful harvests for the farmers. 

Το γόνιμο έδαφος της κοιλάδας του ποταμού παρήγαγε συνεχώς άφθονες σοδειές για τους αγρότες.

02

γόνιμος, παραγωγικός

able to create many great intellectual or creative ideas, things, etc. 
Παραδείγματα
The artist’s fecund imagination resulted in a series of groundbreaking works. 

Η γόνιμη φαντασία του καλλιτέχνη οδήγησε σε μια σειρά από πρωτοποριακά έργα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store