Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to face up to
01
αντιμετωπίζω, παραδέχομαι
to confront and deal with a difficult or unpleasant situation directly and courageously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
face
ενεστώτας
face up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
faces up to
ενεστώτα μετοχή
facing up to
απλός αόριστος
faced up to
παθητική μετοχή
faced up to
Παραδείγματα
It's time for us to face up to the fact that changes are necessary for the company's survival.
Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι οι αλλαγές είναι απαραίτητες για την επιβίωση της εταιρείας.



























