emulsifier
e
ɪ
i
mul
ˈmʌl
mal
si
si
fier
faɪə
faie

Ορισμός και σημασία του "emulsifier"στα αγγλικά

01

γαλακτωματοποιητής

a substance that helps mix and stabilize immiscible liquids, such as oil and water, to create a uniform and stable emulsion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emulsifiers
Παραδείγματα
The hair styling cream included an emulsifier to combine the water and styling agents. 

Η κρέμα στυλισμού μαλλιών περιελάμβανε ένα γαλακτωματοποιητή για να συνδυάσει το νερό και τα μέσα στυλισμού.

Λεξικό Δέντρο

emulsifier
emulsify
emulate
emul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store