Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elephant ear
01
αυτί ελέφαντα, φύλλο φοίνικα
*** a French pastry in a palm leaf shape or a butterfly shape
02
αυτί ελέφαντα, αλοκασία
any plant of the genus Alocasia having large showy basal leaves and boat-shaped spathe and reddish berries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elephant ears



























