electric power
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ric
rɪk
rik
power
paʊə
pawe

Ορισμός και σημασία του "electric power"στα αγγλικά

Electric power
01

ηλεκτρική ισχύς, ηλεκτρική ενέργεια

the product of voltage and current 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store