Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eat out
01
τρώω έξω, πηγαίνω σε εστιατόριο
to eat in a restaurant, etc. rather than at one's home
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
eat
ενεστώτας
eat out
γ΄ ενικό πρόσωπο
eats out
ενεστώτα μετοχή
eating out
απλός αόριστος
ate out
παθητική μετοχή
eaten out
Παραδείγματα
On special occasions, the family likes to eat out at their favorite restaurant.
Σε ειδικές περιπτώσεις, η οικογένεια αρέσει να τρώει έξω στο αγαπημένο τους εστιατόριο.



























