dutch courage
dutch
ˈdʌʧ
ντατσ
cou
κα
rage
rɪʤ
ριτζ

Ορισμός και σημασία του "Dutch courage"στα αγγλικά

01

θάρρος από το ποτό, κουράγιο από το αλκοόλ

the strength or confidence that is obtained from drinking an excessive amount of alcoholic drinks 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He had a shot of whiskey for some Dutch courage before giving his presentation. 

Χρειάστηκε λίγο θάρρος από το ποτό πριν ζητήσει αύξηση από το αφεντικό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store