Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dry fly
01
ξηρή μύγα, τεχνητή ξηρή μύγα
a fly used in fly fishing that mimics insects floating on the water's surface, designed to entice fish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dry flies
LanGeek



























